Αν ξαναέρθουν εδώ, θα τους σκοτώσουμε!
Του Gabrielle D’ Anuncio
Εφοδιασμένος με το αγαπημένο μου «Γυμνό Γεύμα» του Γουίλιαμ Μπάροουζ καθώς και ένα πακέτο Καρέλιας (χρυσή κασετίνα) ξεκίνησε και σήμερα το πρωινό μου μέσα στο ωραίο ξενοδοχείο που διέμενα εδώ και μια εβδομάδα. Ήμουν έτοιμος να ανοίξω το παράθυρο του δωματίου μου για να δω για άλλη μια μέρα αυτόν τον πανέμορφο ελληνικό ήλιο και αυτή την πανέμορφη ευβοϊκή θάλασσα που δέσποζε απέναντι από το ξενοδοχείο. Αν και το δροσερό αεράκι είχε μειωθεί τις τελευταίες μέρες, το κλίμα φαινόταν σχεδόν τέλειο, κλίμα για διακοπές! Την τελευταία εβδομάδα εξάλλου στην Ιταλία ο καιρός πρέπει να ήταν πολύ πιο ζεστός και η θάλασσα – οπουδήποτε κι αν ήμουν εκεί – δε θα έμοιαζε τόσο ωραία… Δυστυχώς, όμως, σήμερα τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα περίμενα. Το κλασικό μας ξύπνημα στην Αμάρυνθο Εύβοιας, εμένα και της γυναίκας μου, πέρα από το άνοιγμα των πατζουριών μας και την εισπνοή καθαρού ελληνικού αέρα, περιλάμβανε ανάγνωση των ιταλικών εφημερίδων, πρωινό περπάτημα και μπάνιο και ένα ωραίο πρωινό σε κάποιο από τα παραλιακά καφέ του όμορφου χωριού. Μετά, αρχίζαμε δουλειά.
Όμως, όλα πήγαν ανάποδα από την αρχή. Ανοίγω τα πατζούρια του δωματίου μας και βλέπω στο βάθος μαύρους καπνούς. Αμέσως υποψιάστηκα: πυρκαγιές! Μα ήταν τόσο κοντά! Μέχρι να ειδοποιήσω τη γυναίκα μου – εκείνη ακόμη χουζούρευε στο κρεβάτι – δεν αργήσαμε να ακούσουμε την πόρτα του δωματίου μας να χτυπάει… Ήταν σαν εφιάλτης. Μια υπάλληλος του ξενοδοχείου, με μια μικρή προς το παρόν ανησυχία στο βλέμμα (ίσως για το αν θα αποφασίζαμε να φύγουμε μετά τα φοβερά της νέα), ήρθε να μας ενημερώσει για τη φωτιά στην Εύβοια. Το χωριό Αλιβέρι άρχιζε να καίγεται… Υπήρχε κίνδυνος και για μας, στην Αμάρυνθο! Αλλά προς το παρόν μας καθησύχαζε. Μας είπε πως θα μας ειδοποιήσουν έγκαιρα αν χρειαστεί να εκκενώσουμε το ξενοδοχείο.
Ποτέ δεν περίμενα ότι θα περίμενε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, τη χώρα που αγαπώ να επισκέπτομαι συνεχώς, κάθε καλοκαίρι… Και η φωτιά να χτυπήσει στην Εύβοια, στην Αμάρυνθο όπου εμείς διαλέξαμε να περάσουμε τις ήσυχες διακοπές μας! Νωπές ήταν εξάλλου οι μνήμες των φοβερών πυρκαγιών στη Νότια Ιταλία: ένα πραγματικό ολοκαύτωμα συνέβη εκεί. Δε θα άντεχα να δω το ίδιο και στην Ελλάδα. Και κάτι, φυσικά, θα έπρεπε να γράψω για αυτό. Αλλά ποτέ δεν πίστευα πως ένα τόσο… στενάχωρο ρεπορτάζ που είχα αναλάβει να κάνω για λογαριασμό της Republica θα συνέπιπτε και θα ανατροφοδοτούταν κατά την παραμονή μου στην Ελλάδα, εν μέσω της ανάγκης μου για διακοπές και του δημοσιογραφικού μου καθήκοντος.
Αλλά είχε έρθει η ώρα να περάσουμε στην πράξη. Ήρθα στην Ελλάδα για να καλύψω δημοσιογραφικά τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα, οι απλοί της κάτοικοι, είχαν βιώσει παλιότερα, στην Εύβοια και αλλού, τις πρόσφατες πυρκαγιές του 2007 στην Ελλάδα. Βγήκα με τη γυναίκα μου αμέσως στους δρόμους. Υπήρχε μια έντονη κινητοποίηση και ανησυχία από τους φιλικούς κατοίκους της Αμαρύνθου. Πρέπει να μου πείτε κάτι, παρακάλεσα μερικούς και όλοι μου χάρισαν μέρος του πολύτιμου χρόνου τους για να μου πουν για τις ανησυχίες τους, για το πώς η φωτιά κατέστρεφε ήδη τα πάντα στο Αλιβέρι και πως αν ερχόταν προς την Αμάρυνθο θα έκαιγε τα πάντα: τις περιουσίες τους που με τόσο κόπο έχτισαν, τα χωράφια τους όπου με τον τίμιο ιδρώτα τους έσπερναν κάθε χρόνο, τα σπιτικά τους για να μη μιλήσουμε για το οριστικό πλήγμα στον τουρισμό του χωριού.
Οι άντρες της κοινότητας, κάνοντας πηγαδάκια στην κεντρική πλατεία του χωριού, όπου στέκει το αντίστοιχο μνημείο του χωριού από τον εμφύλιο πόλεμο της Ελλάδας, έμοιαζαν να καταστρώνουν σχέδια για το πώς θα βοηθήσουν την περιοχή τους σε ένα νέο πολεμικό τοπίο. Φωτιές παντού, καμένα ζώα και σπίτια στα άλλα χωριά, άνθρωποι απανθρακωμένοι – οι κάτοικοι της Αμαρύνθου μιλώντας μεγαλόφωνα έμοιαζαν να παίρνουν θάρρος από το μνημείο των προγόνων τους. Αποφασισμένοι, αγανακτισμένοι για την «κρατική αναλγησία» όπως έλεγαν κάποιοι από αυτούς καθώς βλαστημούσαν για την έλλειψη βοήθειας από πλευράς της ελληνικής κυβέρνησης και, τέλος, κάποιοι άλλοι απλώς σαστισμένοι να κοιτούν τους πελώριους καπνούς. Το χωριό συσκεπτόταν, μέσα σχεδόν σε μια μεγάλη μάζωξη – όπως πάντα ήξερε να κάνει μπροστά στα μεγάλα του προβλήματα – για να δει τι θα κάνει. Οι γυναίκες μέσα στα σπίτια προσπαθούσαν να πακετάρουν πράγματα στην περίπτωση που – ω μη γένοιτο – αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν το χωριό. Τα παιδιά, ανήσυχα και αυτά, παρακολουθούσαν τα βλέμματα των μπαμπάδων τους. Άλλα να τρέχουν δεξιά κι αριστερά με μηχανάκια μεταφέροντας πράγματα. Άλλα να ακολουθούν τη συμπεριφορά των πατεράδων τους δεσμευόμενα ότι δε θα αφήσουν το χωριό τους αμαχητί. Τα κορίτσια του χωριού με ένα αμήχανο αλλά και παράλληλα ένοχο βλέμμα που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν την κατάσταση.
Ο δήμαρχος Αμαρύνθου, ένας συμπαθητικός μεσήλικας άντρας που φαίνεται ότι «ματώνει» για τον τόπο του, μου εκμυστηρεύτηκε πως νιώθει μεγάλη στεναχώρια που η Ελλάδα δεν μπορεί να σώσει τον φυσικό της πλούτο και τους πολίτες της. Ο Νίκος, ένας ψηλός γεροδεμένος άντρας, διαμηνύει εκνευρισμένος για τους Έλληνες πολιτικούς «Αν ξαναέρθουν εδώ, θα τους σκοτώσουμε!» (δήλωση που δεσμεύτηκα να βάλω σαν τίτλο του άρθρου μου). Η υπάλληλος του ξενοδοχείου, εμφανώς ανήσυχη πλέον, μπαίνει μπροστά στο μαγνητόφωνό μου και φωνάζει στα ελληνικά με τρόπο σπαρακτικό «Καίγεται η πατρίδα μας! Κάτι πρέπει να γίνει!». Η καταστροφή είναι πλέον ορατή και οι κάτοικοι ξεσπούν για τους εκπροσώπους τους και όχι μόνον. Στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου οι υπάλληλοι ενημερώνονται από τις ανοιχτές και στη διαπασών τηλεοράσεις. Πότε καταριούνται την κρατική όπως λένε αδράνεια («γιατί ως συνήθως στην Ελλάδα τίποτα δεν γίνεται στα σοβαρά», συμπληρώνει ένας από αυτούς) και πότε απλώς κοιτούν αποσβολωμένοι. Ζητάω από το δήμαρχο άλλες δύο κουβέντες. Απλώς μου υπόσχεται πως το καράβι δε θα μείνει ακυβέρνητο, πως θα είναι ο τελευταίος πολίτης που θα φύγει από το χωριό, αν ο Θεός τους αφήσει αβοήθητους. Κάνει παράλληλα το σταυρό του και μου ψιθυρίζει ότι ούτε μια οικογένεια Αμαρύνθιων δεν πρόκειται να κινδυνέψει από τη φωτιά… κι αυτό δεν θέλει καν να το γράψω στο μαγνητόφωνο. «Για αυτό με ψήφισαν», μου λέει, «δε θα τους απογοητεύσω τώρα κι εγώ»…
Μέσα στον όλο χαμό δεν ήταν δυνατόν να μην προσέξω πόσες επικλήσεις έγιναν στο Θεό από το πρωί μέχρι τώρα που γράφω, στις 6.30μμ το απόγεμα. Επικλήσεις στο Θεό όχι τόσο από τα παιδιά και τους άντρες του χωριού που ήταν ήδη πολύ βιαστικοί. Όχι τόσο από τους μετανάστες του χωριού – μπόλικοι κι αυτοί οι καημένοι – που επίσης βοηθούσαν να σωθούν οι ελληνικές περιουσίες. Αλλά κυρίως από τις γυναίκες. Οι Έλληνες – ένας βαθιά θρησκευόμενος λαός δεν μπορούσαν να ξεχάσουν τον Κύριο και την Παναγία αυτές τις κρίσιμες στιγμές – με την προοπτική κιόλας να μην τους ξεχάσει κι εκείνος.
Πρέπει να κλείσω αυτή τη σύντομη ανταπόκριση. Ο πανικός, τα κλάματα και οι λυγμοί που είδα μέχρι τώρα στην Αμάρυνθο Εύβοιας, συνοδευόμενα από τα πρώτα αναπνευστικά προβλήματα (πολλούς τους έπιασε ήδη η δύσπνοια…), έμοιαζαν να με οδηγούν στην τρέλα. Η επαφή μου με το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι και την πένα μου με κράτησαν σε ένα απαραίτητο ψύχραιμο επίπεδο συνείδησης για να καταγράψω τα γεγονότα. Φύγαμε από το ξενοδοχείο. Μας έχουν πάει μαζί με τα πράγματά μας στην πλατεία του χωριού προσφέροντάς μας νερά και φαγητό.
Όμως, η τρέλα είναι διάχυτη και παραμονεύει για όσους δεν μπορούν να έχουν την απόσταση του δημοσιογράφου. Μια γυναίκα, στη μία άκρη της πλατείας, φωνάζει γοερά «Θα μας κάψει ο Θεός για όσα κάναμε! Θα μας κάψει ο Θεός!». Ντυμένη ατημέλητα και αλαφιασμένη, μοιάζει να μην ξέρει τι λέει. Τη ρωτάω αν θέλει βοήθεια και της δίνω λίγο από το νερό που μου έδωσαν οι καλοί της συγχωριανοί. Μου λέει ότι αυτά που γίνονται είναι «Θεία Δίκη» και της χαμογελάω συγκαταβατικά χωρίς να την προσβάλω. Είναι τρελή, σκέφτομαι ένοχα.
Γιατί, τη ρωτάω, τι κάνατε πια; Η απάντηση της είναι σκληρή και σχεδόν σουρεαλιστική μέσα σε αυτό το τοπίο… «Οι άντρες του χωριού βιάζουν μετανάστριες, κοπέλες, όπως πέρυσι βίασαν και τα παιδιά, τα αγόρια μια μικρή Βουλγάρα στο σχολείο!!!» Τιμωρούμαστε για αυτά τα εγκλήματα!». Της γύρισα την πλάτη και έφυγα με γρήγορο βήμα. Από τη μια, αυτά που έλεγε μου φαίνονταν ιερόσυλα. Από την άλλη, δεν ήθελα να την ακούσουν οι άντρες του χωριού για ίσως υπήρχε άσχημη κατάληξη για αυτήν μέσα σε αυτόν τον πανικό που διερχόταν η κοινότητα. Και δεν ήθελα εγώ να ήμουν η αφορμή για κάτι κακό. Για κάτι επιπλέον κακό.
Ήξερα σε τι αναφερόταν. Πέρυσι το Νοέμβρη είχα μάθει από την Ιταλία πως ένας φοβερός ομαδικός βιασμός συνέβη στην Αμάρυνθο στις τουαλέτες του σχολείου. Πως 4 άτομα βίασαν μια κοπέλα μετανάστρια, δύο συμμαθήτριες της κινηματογραφούσαν και όλο το χωριό κάλυψε τους δράστες και το έγκλημα με όλα τα μέσα που διέθετε. Χρειάστηκε να παρέμβουν οι σημαντικότεροι πολιτικοί της Ελλάδας για εκείνη την υπόθεση και πάλι τίποτα δεν έγινε για να υπάρξει μια λύτρωση, μια δικαίωση. Μια λύτρωση που όλοι οι άνθρωποι αξίζουν όταν παθαίνουν κάτι απροσδόκητο και βίαια ισχυρό. Μια λύτρωση, σαν κι αυτήν που πλέον αναζητούσαν οι Αμαρύνθιοι, αβοήθητοι και απελπισμένοι, στο έλεος της φωτιάς. Μου έρχονταν στο μυαλό ξανά και ξανά τα λόγια της «τρελής γυναίκας» του χωριού περί Θείας Δίκης.
Μα, είναι δυνατον;
Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στη Republica στις 25/08/07, στη στήλη «Αθεράπευτα Υγιείς». Εγώ το βρήκα στο ανεξαρτητο δικτυο εναλλακτικής πληροφόρησης athens.indymedia.org.
Για την Αντιγραφή Chrisz
Αυγούστου 27, 2007 | Δημοσιεύθηκε από τον 











Posted in







